Greek Radio-Theatre

για όσους αγαπούν το ραδιοφωνικό θέατρο



Όποιος έχει χρόνο και διάθεση θα μπορεί να συμμετέχει όσο και όταν μπορεί ........ η συνέχεια εδώ

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ: ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ 15 (ΗΘΟΓΡΑΦΙΕΣ) Το Φιντανάκι

Το Φιντανάκι του Παντελή Χορν ανέβηκε για πρώτη φορά στις 17 Σεπτεμβρίου 1921, από το θίασο της Κυβέλης, στο θέατρο της, χωρίς όμως τη δική της συμμετοχή. Ανάμεσα στους πρώτους διδάξαντες ο Αιμίλιος Βεάκης και η Σαπφώ Αλκαίου. «Το έργο στην ανάγνωση είχε κάμει την οικτρότερη εντύπωση» αφηγείται πολλά χρόνια αργότερα ο Παντελής Χορν «έγινε δεκτό από το θίασο μόνο και μόνο γιατί είχα κάποιο όνομα στο θέατρο». Ωστόσο η πρεμιέρα έδειξε ότι το Φιντανάκι θα γινόταν, μια μεγάλη επιτυχία, παρ΄ όλο που εκείνο το βράδυ του Σεπτέμβρη, μια ξαφνική νεροποντή διέκοψε την παράσταση στα μισά της τρίτης πράξης. Κοινό και κριτική δέχτηκαν το έργο με ανεπιφύλακτο ενθουσιασμό. Το θεατρικό έργο έγινε μυθιστόρημα. Δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στο Ελεύθερο Βήμα και στη συνέχεια κυκλοφόρησε σε βιβλίο με μεγάλη πάντοτε επιτυχία. Βραβεύτηκε στον Ζ’ Αβερώφειο δραματικό διαγωνισμό (1922). Στη συνέχεια πέρασε στο ρεπερτόριο αναρίθμητων θιάσων γνωρίζοντας, μέχρι τον πόλεμο τουλάχιστον, απειράριθμες επαναλήψεις. Ηθοποιοί όπως η Κυβέλη, η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Βάσω Μανωλίδου, η Αλίκη ερμήνευσαν τον ρόλο της Τούλας∙ ο Αλέξης Μινωτής, ο Κώστας Μουσούρης, ο Δημ. Μυράτ ζωντάνεψαν τον Γιάγκο∙ ο Βασίλης Λογοθετίδης, ο Χριστόφορος Νέζερ, ο Μίμης Φωτόπουλος τον Γιαβρούση. Και πόσοι άλλοι – στην Αθήνα, σε περιοδείες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στα 1947 έγινε οπερέτα∙ στα 1955, κινηματογραφική ταινία με τον Ορέστη Μακρή στο ρόλο του κυρ-Αντώνη.
Το κεντρικό θέμα που πραγματεύεται ο Χορν στο Φιντανάκι είναι ο ηθικός ξεπεσμός του ατόμου ως απόρροια αναπόφευκτη των κοινωνικών και οικονομικών περιστάσεων. Το έργο ωστόσο δεν είναι κραυγή διαμαρτυρίας, ούτε πράξη με διάθεση ανατρεπτική. Είναι μια καταγραφή των συμπτωμάτων που ο συγγραφέας με προσοχή παρατήρησε στο κοινωνικό περιβάλλον του καιρού του. Με τρυφερότητα, με απελπισία θάλεγα, αλλά και με πικρό χιούμορ, ο συγγραφέας στο Φιντανάκι αφηγείται την ιστορία μιας φτωχής, τίμιας κοπέλας, της Τούλας, που αφού δοκιμάσει πρώτα την πίκρα της ερωτικής προδοσίας, στη συνέχεια κάτω από την πίεση της οικονομικής της ανάγκης οδηγείται στον πουλημένο έρωτα. Η ηθική εξαθλίωση φαίνεται συνέπεια αναγκαία της οικονομικής εξαθλίωσης. Αξίες όπως η τιμή για την Τούλα, η τιμιότητα για τον κυρ-Αντώνη καταρρέουν: η Τούλα οδηγείται στην πορνεία, ο κυρ-Αντώνης γίνεται κλέφτης. Τα πρόσωπα δεν έχουν δυνάμεις αντίστασης: υποτάσσονται στις καταστάσεις ή πάλι αντιδρούν με συμπεριφορά που επιτείνει το αδιέξοδο τους. Έτσι η κοινωνική αναγκαιότητα παίρνει γι’ αυτούς τη μορφή της μοίρας.
Παράλληλα όμως με το θέμα της κοινωνικής διάβρωσης και των μηχανισμών της ο συγγραφέας στο Φιντανάκι πραγματεύεται και ένα άλλο θέμα, που εξάλλου κυριαρχεί στην δραματουργία του: το θέμα του έρωτα. Στο Φιντανάκι ο έρωτας πεθαίνει σε κάθε του μορφή: η κυρα-Κατίνα τον καθιστά εμπορεύσιμο είδος, ο Γιάγκος και η Εύα τον προδίδουν (ο Γιάγκος προδίδει την Τούλα, η Εύα προδίδει την Τούλα αλλά και τον Γιάγκο), ο θείος και ο Γιαβρούσης τον διαπραγματεύονται, η Φρόσω τον περιφρονεί. Οι μοναδικοί τιμητές του, οι δύο αγνοί εραστές, η Τούλα και ο κυρ-Αντώνης, οδηγούνται στον αφανισμό, ηθικό η πρώτη, βιολογικό ο δεύτερος.
Εραστής ο κυρ-Αντώνης; Δεν νομίζω πως είμαστε υπερβολικοί αν διακρίνουμε έναν υπόγειο ερωτισμό στη σχέση κυρ-Αντώνη και Τούλας. Για τον πατέρα αυτόν η κόρη του είναι «η γυναίκα που λαχτάρησε, που έφτιανε τράντα ολόκληρα χρόνια μέσα στο μυαλό του». Είναι εκείνη που την «ονειρεύτηκε μια ολάκερη ζωή!» Η αγνή, ιδανική σχέση πατέρα-κόρης, σύμβολο της ανέφικτης πλατωνικής σχέσης ανάμεσα στα δύο φύλα, είναι σταθερό σημείο νοσταλγίας του συγγραφέα: το τρυφερό ζευγάρι πατέρα και κόρης επαναλαμβάνεται στα έργα Σταχτομπούτα (1922) και Νταλμανοπούλα (1923) για να πάρει μια εντελώς πρωτότυπη μορφή στον αξιόλογο Σέντζα (1925) όπου ένας ερωτικά ανίκανος άνδρας δοκιμάζει την αποτυχία της άσπιλης ένωσης. Είναι πολύ πιθανό ότι η εμμονή του συγγραφέα σ’ αυτό το θέμα έχει βιωματική καταγωγή. Στα 1919 ο Παντελής Χορν δοκιμάστηκε βαθειά από το θάνατο της αγαπημένης του κόρης, της εφτάχρονης Νανάς. Και στο κείμενο του με τον τίτλο Γύρω στο Φιντανάκι ομολογεί υπαινικτικά ότι το Φιντανάκι γεννήθηκε κάποτε που «έκλαψε και πόνεσε κι έγραψε». Η στάση του συγγραφέα προδίδει μια ερωτική ηθική που στα λόγια της Τούλας είναι ευδιάκριτη: «Ο έρωτας δικαιώνει την αμαρτία». Ο σαρκικός έρωτας είναι, λοιπόν, αμαρτία κι η αληθινή αγάπη εξιλασμός.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι πλάσματα της ελληνικής ζωής, άνθρωποι αναγνωρίσιμοι, στοιχειοθετούν μια μικρογραφία του λαϊκού μικρόκοσμου της Πλακιώτικης «αυλής». Το στοιχείο που, κυρίως, καθιστά τα πρόσωπα ρεαλιστικά είναι η γλώσσα που μιλούν: χυμώδης, αληθινή, καθημερινή. Είναι όμως πραγματικά μια «φέτα ζωής» το Φιντανάκι; Οι χαρακτήρες αυτοί στερούνται φωτοσκιάσεων∙ είναι δοσμένοι μονοδιάστατοι, διακρίνονται εύκολα στις ομάδες των «καλών» και των «κακών», με μοναδική ίσως εξαίρεση τον Γιάγκο, που είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Εδώ βέβαια θα μπορούσε να ανιχνεύσει κανείς τη μελοδραματική διάθεση του συγγραφέα που αρκετά συχνά τον χαρακτηρίζει. Μπορεί όμως ακόμη να τολμήσει κανείς και μια συμβολική ανάγνωση του έργου: η παντοδύναμη κοινωνία (η κυρα-Κατίνα, που κινεί όλα τα νήματα της δράσης στο έργο) με όργανα της τους φορείς του χρήματος (θείος, Γιαβρούσης) οδηγεί στην καταρράκωση κάθε αξίας: της τιμιότητας, της τιμής, του ίδιου του έρωτα. Συγχρόνως όμως, το έργο δίνει το στίγμα της εποχής του. Στα 1921 το «φιντανάκι», το φτωχοκόριτσο που από ανάγκη γίνεται πόρνη είναι το «φρούτο της εποχής», λέει ο Κώστας Αθάνατος προσπαθώντας να εξηγήσει την επιτυχία του έργου. Κι ο κόσμος στο Φιντανάκι είναι ένας κόσμος που παρακολουθεί αμέτοχος τις αξίες να γκρεμίζονται ή να γίνονται αντικείμενο καπηλείας, είναι ο κόσμος που ακολούθησε την πρώτη μεγάλη σύρραξη, ο ίδιος κόσμος που στην ποιητική του εκδοχή περιγράφεται στους Μοιραίους του Κώστα Βάρναλη.
Στις μέρες μας το κοινωνικό πρότυπο του έργου έχει εκλείψει. Η Τούλα δεν είναι πια «ο τύπος της εποχής». Από αυτήν την άποψη, το έργο ανήκει στην εποχή του, αυτό είναι αλήθεια. Αλλ’ αν η δική μας εποχή παρακολουθεί με απάθεια τις αγνές προθέσεις ν’ αφανίζονται, την τιμιότητα να εκπορνεύεται, τον έρωτα να πεθαίνει καθημερινά, τότε μπορεί κανείς να δει στο Φιντανάκι ένα σύγχρονο λαϊκό παραμύθι που με το συμβολισμό του μπορεί να συγκινήσει τον σημερινό θεατή.
Έφη Βαφειάδη http://7gym-athin.att.sch.gr/ergo.htm

Υποθεση: (με λίγα λόγια)Στην αυλή της κυρά Κατίνας έρχεται ένας νέος νοικάρης, ο Γιάγκος και αμέσως βάζει στο μάτι την όμορφη Τούλα, την κόρη του κυρ-Αντώνη και της Φρόσως...
Για πολύ περισσότερα ΕΔΩ
Για το σινεμά: Έτος παραγωγής : 1955 Σκηνοθέτης: Ιάσων Νόβακ Σενάριο: Ιάσων Νόβακ
Ηθοποιοί: Ορέστης Μακρής , Γκέλυ Μαυροπούλου , Στέφανος Στρατηγός , Χρήστος Τσαγανέας , Καίτη Μπελίντα , Λέλα Πατρικίου , Κλαίρη Δεληγιάννη , Γιώργος Βενέτης , Νέλλη Μαρσέλου , Νίτσα Παππά
Για το ραδιόφωνο: (1977) Μάρθα Βούρτση, Ελένη Ζαφειρίου, Γιώργος Τζώρτζης, Θάνος Κωτσόπουλος, Βάντα Καρακατσάνη, Τζόλη Γαρμπή, Ιορδάνης Μαρίνος,

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ: ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ 14 (ΟΠΕΡΕΤΕΣ) ΟΙ ΑΠΑΧΗΔΕΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Φίλοι του Θεάτρου στο Ραδιόφωνο, αγαπητοί ακροατές, καλησπέρα σας.
Άλλη μια γνωστότατη οπερέτα, οι « Απάχηδες των Αθηνών», είναι το έργο που αναρτούμε σήμερα.
« Οι Απάχηδες» μαζί με τον «Βαφτιστικό» του Σακελλαρίδη (την προηγηθείσα ανάρτηση στο blog μας) αποτελούν τα δημοφιλέστερα δείγματα στο χώρο της ελληνικής οπερέτας, καθώς συνεχίζουν να γνωρίζουν πολλαπλές αναβιώσεις επί σκηνής ακόμη και σήμερα. 

Η υπόθεση αναφέρεται στην αγάπη δύο αγνών παιδιών του λαού, ενώ γύρω τους στροβιλίζονται διάφοροι χαρακτηριστικοί τύποι –οι γραφικοί ρεμπέτες Καρούμπας και Καρκαλέτσος– με φόντο τον νεοπλουτισμό και τους πειρασμούς που συνοδεύουν την κοινωνική άνοδο.
"Ο Κώστας αγαπάει την Τιτίκα, αλλά δέχεται να παίξει το ρόλο ενός πλούσιου αριστοκράτη, του "Πρίγκηπα", που προσκαλείται στο σπίτι του νεόπλουτου ελληνοαμερικάνου Παραλή. Εκεί τον ερωτεύεται η κόρη του Παραλή, η Βέρα, κι εκείνος τείνει να ανταποκριθεί, αλλά την τελευταία στιγμή συγκρατείται και ομολογεί το παιχνίδι που τον έβαλαν να παίξει. Ο Παραλής πληροφορείται τα συμβάντα και όχι μόνο συγχωρεί τον ακέραιο "Πρίγκηπα", αλλά τον προικίζει κιόλας για να παντρευτεί την καλή του". 
Οι χαρακτήρες είναι αντιπροσωπευτικοί της εποχής και το κείμενο ηθογραφεί, αναφέρεται στις αντιθέσεις της εποχής και σατιρίζει τη νεόπλουτη αστική τάξη. Μην ξεχνάμε ότι ήταν η εποχή που ο καπιταλισμός πρωτοεμφανίζεται στην Ελλάδα και δίνει τροφή, ανάμεσα στα άλλα, και στους καλλιτέχνες για να ασχοληθούν με αυτό το θέμα, (με πρώτο από όλους τον Θεοτόκη, στην πεζογραφία).
Το έργο γράφτηκε το 1921 από τους Γιάννη Πρινέα και Νίκο Χατζηαποστόλου και αποτελεί (μάλλον) ελληνική «μεταγραφή» του σεναρίου της ταινίας The Apaches of Paris, η οποία γυρίστηκε το 1915. "Aπάχηδες" (εξελληνισμενη μορφή της γαλλικής apache που σημαίνει μόρτης) ονομάζονται όλοι εκείνοι οι περιθωριακοί φτωχοδιάβολοι των μεγαλουπόλεων που ζουν μεταξύ νομιμότητας και (κυρίως) παρανομίας, με μικροκλοπές και ληστείες, με νταηλίκι και δολοφονίες, αλλά και με το δικό τους κώδικα συμπεριφοράς.
Η οπερέτα αφού διέγραψε μια θριαμβευτική πορεία με επανειλημμένες παραστάσεις στις κεντρικότερες σκηνές της Αθήνας, γνώρισε δυο μεταφορές στο σελιλόιντ. Η πρώτη ταινία που ανήκει στο βωβό κινηματογράφο και γυρίστηκε από την Dag Films των αδερφών Γαζιάδη το 1930, αποτελεί το πρώτο ελληνικό φιλμ που συγχρόνιζε την εικόνα με τον ήχο (μουσική και τραγούδια από δίσκους γραμμοφώνου, τοποθετημένου πίσω από την οθόνη). Οι Γιάννης Πρινέας, Πέτρος Κυριακός, Μαίρη Σαγιάννου και Μαρίκα Μαντινείου (αστέρες των μουσικών επιθεωρήσεων της εποχής) ερμήνευαν τους κεντρικούς ρόλους που είχαν παίξει με επιτυχία και στην θεατρική σκηνή. Η ταινία προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία, ενώ η Μαίρη Σαγιάννου χαρακτηρίστηκε από τον καλλιτεχνικό τύπο ως αποκάλυψη. Η δημοτικότητά της εκτινάχθηκε στα ύψη, δίνοντάς της τον τίτλο της –πρώτης, χρονολογικά– σταρ του ελληνικού κινηματογράφου.
Το ριμέικ της βωβής εκδοχής έγινε το 1950, από την ΟΛΥΜΠΙΑ ΦΙΛΜ του Π. Δαδήρα με σκηνοθέτη τον Ηλία Παρασκευά και πρωταγωνιστές τους Λ. Κωνσταντάρα, Λ. Στεφανίδου και Ά. Καλουτά, ενώ οι Γιάννης Πρινέας και Μαρίκα Μαντινείου εμφανίζονταν ξανά -μετά από 20 χρόνια- στους ρόλους που υποδύονταν και στην ταινία του ’30. Αξίζει ακόμη να αναφερθεί η συμμετοχή, σε δεύτερους ρόλους, πολύ σημαντικών ηθοποιών όπως οι Αιμίλιος Βεάκης, Μίμης Φωτόπουλος και Φραγκίσκος Μανέλλης. Ήταν μια υπερπαραγωγή (για τα μέτρα της εποχής), που είχε όμως την ατυχία να «συγκρουστεί» με τον ιστορικό «Μεθύστακα» του Ορέστη Μακρή, που προβάλλονταν την ίδια εβδομάδα, με αποτέλεσμα να κατεβεί σχετικά γρήγορα από τις αίθουσες πρώτης προβολής. Έτσι περιορίστηκε στην 3η θέση μεταξύ 13 ταινιών της σεζόν 1949-’50 με 80.140 θεατές.
Η πορεία των «Απάχηδων των Αθηνών» συνεχίζεται με την ραδιοφωνική μετάδοσή τους το 1957, σε προσαρμογή και σκηνοθεσία για το ραδιόφωνο του Γιώργου Καρακαντά και ερμηνείες των Αριστείδη Χρυσοχόου (Παραλής), Σοφίας Γκρέκα (Αρετούσα), Ανθής Ζαχαράτου (Βέρα), Κώστα Τρωγαδή (Πρίγκηπας), Μαρίκας Παπαδοπούλου (Τιτίκα), Σπύρου Ολύμπιου (Κλέων), Κώστα Δούκα (Καρούμπας), Κούλη Στολίγκα (Καρκαλέτσος), Γιώργου Πλούτη (Μπαρμπα Αντρέας), Κώστα Παπαγεωργίου (Νίκος). Διευθυντής ορχήστρας και χορωδίας Ιωσήφ Ριτσιάρδης (παλιοζωή παλιόκοσμε, ταμπακιέρα) 

Ο Νίκος Χατζηαποστόλου, τραγουδιστής, συνθέτης και αρχιμουσικός, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1884 και πέθανε το 1941. Σπούδασε ιστορία μουσικής, αρμονία, αντίστιξη, μονωδία και διεύθυνση χορωδίας στο ωδείο της Λίνας φον Λότνερ - το μετέπειτα ελληνικό ωδείο του Μανώλη Καλομοίρη. Το 1916 έγραψε την πρώτη του οπερέτα, τη Μοντέρνα καμαριέρα, ενώ συνολικά σύνθεσε περίπου 40 οπερέτες, όπως Οι ερωτευμένοι (1919), Οι απάχηδες των Αθηνών (1921), Το κορίτσι της γειτονιάς (1922), Η γυναίκα του δρόμου (1924), Μποέμικη αγάπη (1926) και Η πρώτη αγάπη (1929).
Γράφει ο Γιώργος Λεωτσάκος (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 9β σελ. 411) «Ήρωές του, σχηματοποιημένοι συχνά, είναι απλοί άνθρωποι του λαού, φτωχοί αλλά αγνοί συναισθηματικά που επιβεβαιώνουν εμφατικά (δίχως όμως αντιπαράθεση ή σύγκρουση) την ταυτότητά τους από την επαφή με τον μεγαλοαστικό κόσμο του χρήματος και του σνομπισμού. Το νεότερο κοινό αγάλλεται ανακαλύπτοντας σ’ αυτό κάτι από την απειλούμενη εθνική του ταυτότητα». Αντίστοιχη -περίπου- είναι και η άποψη του Κώστα Μυλωνά, που γράφει στην «Ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού» (τ.1 σελ. 103) σχετικά με τη λαϊκότητα του Χατζηαποστόλου: «[…] τα τραγούδια του ανταποκρίνονται πιο άμεσα στο λαϊκό μουσικό αίσθημα. Τα θέματά του πιο κοντά στη λαϊκή ψυχή, πιο κοντά στην αλήθεια της καθημερινότητας και οι ήρωές του πιο ανθρώπινοι και λιγότερο απομακρυσμένοι από την πραγματικότητα, έχουν αντίκρισμα ζωής. Οι χώροι μέσα στους οποίους κινούνται οι οπερέτες του Χατζηαποστόλου δεν είναι χώροι φανταστικοί, δεν είναι μόνο οι χώροι των σαλονιών και των εθνικών μετώπων, αλλά είναι οι χώροι της γειτονιάς, της ταβέρνας και της συνοικίας».
Πολυγραφότατος μουσουργός, σύνθεσε πολλές καντάδες, χορωδιακά έργα, ενόργανη μουσική και τετράφωνη εκκλησιαστική μουσική, ενώ ηχογράφησε πολλούς δίσκους γραμμοφώνου. Πολύ δημοφιλή είναι, μεταξύ άλλων, τα τραγούδια του «Τα κοραλλένια χείλη σου», «Θα κόψω ρόδα μυρωμένα», «ρετσίνα μου» και «Το νερωμένο κρασί».
Ο Χατζηαποστόλου δίκαια θεωρείται ο πλέον αυθεντικός εκφραστής της λαϊκότητας και της ελληνικότητας στον χώρο της ελληνικής οπερέτας, με ό,τι μπορεί να σημαίνουν οι όροι αυτοί στις ημέρες μας. Κι από την άποψη αυτή, ίσως θα πρέπει να εγκύψει κανείς στο πλούσιο έργο του με περισσότερο σεβασμό, χωρίς λαϊκιστικές προκαταλήψεις που εκπορεύονται άλλοτε από εμμονές και άλλοτε από άγνοια… Καλή ακρόαση!

 

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ:ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ 13 (ΟΠΕΡΕΤΕΣ)Ο Βαφτιστικός

Ο Βαφτιστικός (ή Βαπτιστικός) είναι η γνωστότερη οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη και μία από τις καλύτερες ελληνικές. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 18 Ιουλίου του 1918 και λέγεται ότι εγράφη σε διάστημα 40 ημερών. Η υπόθεση του έργου, που τοποθετείται χρονικά στην περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) ή λίγο αργότερα, έχει περιληπτικά ως εξής: Το ζεύγος Ζαχαρούλη, που ζει στην Αθήνα, γιορτάζει τη δεύτερη επέτειο των γάμων του. Ο Ζαχαρούλης, επιστρατευμένος λόγω του πολέμου, έχει κατορθώσει να βγει βοηθητικός και να τοποθετηθεί στο τάγμα αυτοκινήτων. Συζητώντας με τους προσκεκλημένους του, ο Ζαχαρούλης διηγείται ότι η γυναίκα του (Βιβίκα), όταν ήταν ακόμα παιδί, είχε βαφτίσει κάποιον στη Λειβαδιά και πως ο βαφτιστικός της αυτός, βρίσκεται τώρα στρατιώτης στο μέτωπο. Η καινούργια στολή του Ζαχαρούλη που έρχεται από το ραφείο γίνεται αιτία ενός καυγά. Η Βιβίκα κατηγορεί τον άντρα της πως είναι δειλός, και «κουραμπιές». Το μόνο που την παρηγορεί, είναι ο βαφτιστικός της (ο Μάρκος Κορτάσης) που βρίσκεται στο μέτωπο και πολεμά σαν ήρωας. Ένας στρατιώτης παρουσιάζεται βρώμικος και αξύριστος, αυτοσυστήνεται: Μάρκος Κορτάσης, μάγειρος 4ου Λόχου, 61ου Συντάγματος, ο Κεραυνός. Η Βιβίκα ενθουσιάζεται, ο Ζαχαρούλης χάνει το κέφι του. Αργότερα μαθαίνουμε ότι αυτός που παρουσιάστηκε ως Μάρκος Κορτάσης, δεν είναι άλλος από τον Πέτρο Χαρμίδη, αρχιτέκτονα από το Αίγιο. Ο Μάρκος Κορτάσης μη ξέροντας γράμματα, έβαζε αυτόν να απαντάει στην αλληλογραφία του. Εκεί του ήρθε η σκέψη να εκμεταλλευτεί το γεγονός. Παίρνει την άδεια του Κορτάση, το βιβλιάριό του και τη φωτογραφία της νουνάς του και παρουσιάζεται ως Μάρκος Κορτάσης. Ο Χαρμίδης είναι παντρεμένος. Η Κική, παλιά φίλη της Βιβίκας από το σχολείο, έρχεται από το Αίγιο με σκοπό να παρακαλέσει τη Βιβίκα να ζητήσει από το Συνταγματάρχη θείο της άδεια για τον άντρα της. Η Κική είναι γυναίκα του Χαρμίδη. Η Κική φεύγει και ο βαφτιστικός εξομολογείται τον έρωτά του στη Βιβίκα. Την ώρα που τη φιλάει παρουσιάζεται ξαφνικά ο Συνταγματάρχης. Η Βιβίκα για να δικαιολογηθεί παρουσιάζει τον βαφτιστικό της ως άντρα της και τον Ζαχαρούλη που έρχεται σε λίγο για βαφτιστικό της. Σε λίγο φθάνει μία ορχήστρα τσιγγάνων και διασκεδάζει τους προσκεκλημένους. Όταν όλοι φεύγουν η Βιβίκα και ο βαφτιστικός της βρίσκουν ευκαιρία να χαρούν την αγάπη τους. Ο Συνταγματάρχης διηγείται στο τραπέζι ότι ερχόμενος από την Πάτρα, γνώρισε μια χαριτωμένη κυρία. Από τη συζήτηση, αποκαλύπτεται πως η κυρία του τρένου, δεν είναι άλλη από την Κική Χαρμίδη, τη φίλη της Βιβίκας. Η Κική παρακαλεί το Συνταγματάρχη να φροντίσει για την άδεια του άντρα της. Η ορχήστρα των τσιγγάνων έρχεται για να πληρωθεί και ο Συνταγματάρχης φέρνει τον υποτιθέμενο σύζυγο της Βιβίκας, να τον γνωρίσει στην Κική. Οι δύο γυναίκες λιποθυμούν και ο Ζαχαρούλης πέφτει στην αγκαλιά του Συνταγματάρχη που του έχει ανακοινώσει ότι τον παίρνει μαζί του στο μέτωπο. http://el.wikipedia.org/ Ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης (Αθήνα 1883-1950), υπήρξε δημοφιλής Έλληνας μουσικοσυνθέτης, αρχιμουσικός και ο δημιουργός της Ελληνικής Οπερέτας http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9F%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AD%CF%84%CE%B1 Βιογραφία - Αποτίμηση του έργου του – Εργογραφία http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82 Για το σινεμά: Παραγωγής: 1952 – ΑνΖερβός, Πρεμιέρα στην Ελλάδα: 1952, Διάρκεια: 79΄ Χρώμα: Ασπρόμαυρη, Εισητήρια: 141.854 στην 1η προβολή (3η από 15) Σενάριο: Θεόφραστος Σακελλαρίδης (Θεατρικό – Οπερέτα : Βαφτιστικός)) Διασκευή Σεναρίου: Ανθή Ζαχαράτου, Σκηνοθεσία: Μαρία Πλυτά (Χατζηνάκου) Χορωδία, Ορχήστρα, Χορός: Ελέν Τσουκαλά και καλλιτέχνες καθώς και μουσικοί της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Τραγουδιστές: Ανθή Ζαχαράτου, Α. Πανταζινάκος, Σ. Γράψας, Ελένη ντε Ροζε, Σ. Δημητριάδου, Πέτρος Επιτροπάκης Πρωταγωνιστές: Ανθή Ζαχαράτου, Μίμης Φωτόπουλος, Αλέκος Αλεξανδράκης, Λάκης Σκέλλος, Γιάννης Πρινέας, Τάκης Γαλανός, Φραγκίσκος Μανέλλης, Κάτια Λίντα, Λέλα Κατσαρού, Πέτρος Επιτροπάκης, Χάρις Καμίλη, Βάνα Βαξεβανίδου, Α. Οικονομόπουλος http://grcinema.wordpress.com/2009/01/15/%CE%BF-%CE%B2%CE%B1%CF%86%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%83/ Για το Ραδιόφωνο:Λέλα Ζωγράφου, Γαλάτια Αλεξοπούλου, Πέτρος Επιτροπάκης, Τάκης Τσουμπρής, Αριστείδης Πανταζινάκος, Νίκος Ζαχαρίου, η Χορωδία του Νικολάου Τσιλίφη, η Ορχήστρα του ΕΙΡ υπό τη διεύθυνση του Τότη Καραλίβανου

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ:ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ 12 (KΩΜΩΔΙΕΣ) Ο Τοπικος Παραγων

Αγαπητοι φιλοι του Θεατρου στο Ραδιοφωνο καλημερα σας.
Με την σημερινη αναρτηση ολοκληρωνουμε τον κυκλο των κωμωδιων στο τρεχον αφιερωμα. Προκειται για τον "Τοπικο Παραγοντα", μια σατιρα των πολιτικων ηθων στην ελληνικη επαρχια. 

Η υποθεση αφορα εναν πανισχυρο τοπικο κομματαρχη, τον Σπυρο Δαλεγκο, ο οποιος με τις 900 ψηφους που ελεγχει αποτελει τον ρυθμιστη των εκλογων σε μια επαρχιακη πολη. Τις ψηφους αυτες τις δινει προικα στην κορη του που ειναι ερωτευμενη με τον εναν απο τους δυο υποψηφιους,τον νεαρο δικηγορο Ντινο. Εκεινος θελει να την παντρευτει,αλλα η συνειδηση του δεν του επιτρεπει να δεχτει την,παλαιοκομματικης αντιληψης,προταση του Δαλεγκου για συνεργασια. Απο το σημειο αυτο θα αρχισουν να ξετυλιγονται μια σειρα απο ευτραπελες καταστασεις που καταδεικνουν ολο το μικροπολιτικο αλισβερισι και την πελατειακη νοοτροπια που χαρακτηριζει τα ελληνικα πολιτικα πραγματα.
Το εργο γραφτηκε απο τον Παναγιωτη Καγια το 1935 και ανεβηκε για πρωτη φορα απο την Μαρικα Κοτοπουλη τον Αυγουστο του 1945, με τον Βασιλη Λογοθετιδη στο ρολο του κομματαρχη Δαλεγκου και με σκηνοθετη τον Τακη Μουζενιδη.
Το 1958 το ανεβασε ξανα ο Δημητρης Ροντηρης στο Δημοτικο Θεατρο Πειραια, ενω το καλοκαιρι 1972 σκηνοθετηθηκε απο τον Λαμπρο Κωστοπουλο για το περιοδευον θερινο κλιμακιο του Εθνικου. Στον ρολο του Σπυρου Δαλεγκου αυτη την φορα εμφανιζονταν ο Θεοδωρος Μοριδης.
Πριν απο το τελευταιο ανεβασμα του στην πρωτη κρατικη σκηνη της χωρας ειχε προηγηθει η μεταφορα του στον κινηματογραφο,το 1961, με τον τιτλο "Οι 900 της Μαρινας". Την σκηνοθεσια ανελαβαν απο κοινου οι πρωτοεμφανιζομενοι σε αυτη την θεση Θανος Σαντας και Κωστας Δουκας. Ο τελευταιος ειχε και την ευθυνη της σεναριακης διασκευης. Στους κυριους ρολους εμφανιζονται οι ηθοποιοι Αρης Μαλλιαγρος, Γκελυ Μαυροπουλου,Νικος Τζογιας, Θανασης Βεγγος, Σονια Ζωιδου, Φροσω Κοκκολα, Περικλης Χρισοφοριδης και Λαυρεντης Διανελλος.
Συγκεντρωσε σε πρωτη προβολη 7.800 θεατες,καταλαμβανοντας την 50η θεση αναμεσα στις 58 ταινιες που παιχτηκαν την σεζον 1960-61.
Το 1969 το εργο περασε και στα ερτζιανα με την ηχογραφηση του για την Κρατικη Ραδιοφωνια.
Η ραδιοσκηνοθεσια ηταν του Ιωνα Νταιφα
Τους βασικους ρολους ερμηνευσαν οι ηθοποιοι Γιαννης Μιχαλοπουλος, Αννα Κυριακου, Δημητρης Μαλαβετας, Ριτα Μουσουρη, Λουκιανος Ροζαν, Αρτεμης Ματσας και Δημητρης Ζακυνθυνος.
Καλη ακροαση!

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ:ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ 11 (ΚΩΜΩΔΙΕΣ) Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ

"Στη σαλάτα βάζουμε λάδι και ξύδι, το λάδι μένει λάδι και το ξύδι, ξύδι, ποτέ δεν γίνονται ένα".
Με αυτά τα λόγια ο Προκόπης, ο ήρωας του έργου του Σπύρου Μελά, μέσα από τη λαϊκή θυμοσοφία, ξεκαθαρίζει τα πράγματα σε σχέση με την εκπαίδευσή του. Μια εκπαίδευση στον Προκόπη Μπαμπά - Λαό από την αυτοαποκαλούμενη "υψηλή κοινωνία" που μαϊμουδίζει την ξενομανία της εποχής της. Ένα έργο που αντέχει μέσα στον χρόνο, μια άριστη κωμωδία ηθών και καταστάσεων, όπου το τραγικό διαδέχεται το κωμικό, μέσα από γεγονότα του χθες, του σήμερα και του αύριο.
Σπύρος Μελάς (1883-1966), Ακαδημαϊκός από τη Ναύπακτο. Το πρώτο του δράμα «Ο Γιος του Ίσκιου» είναι επηρεασμένο από τη φιλοσοφία του υπεράνθρωπου του Νίτσε.
Κοινωνικά δράματα είναι τα έργα του: «Το κόκκινο πουκάμισο», «Το χαλασμένο σπίτι», «Το άσπρο και το μαύρο» και «Μια νύχτα μια ζωή». Από τα καλύτερα όμως δραματικά έργα της λογοτεχνίας μας είναι το ιστορικό του δράμα «Παπαφλέσσας» και η κωμωδία του «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται».

Για το σινεμά
Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται Χρονιά Παραγωγής:1953 Σκηνοθέτης: ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Παραγωγή: ΑΝΖΕΡΒΟΣ Σενάριο: ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Σενάριο Αρχική Πηγή: ΜΕΛΑΣ ΣΠΥΡΟΣ "Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ
Hθοποιοί: ΠΕΤΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ, ΣΑΣΑ ΝΤΑΡΙΟ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ,
ΓΚΕΛΥ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΤΣΑΣ (1η ΕΜΦΑΝΙΣΗ)
Μουσική Εκτέλεση:ΚΟΥΝΑΔΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ (" ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ")

Ο κυρ-Γιώργης εκπαιδεύεται 1976, Έγχρωμη
Παραγωγή: Φίνος Φιλμ Σενάριο: Γιάννης Δαλιανίδης, από το έργο του Σπύρου Μελά «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» Σκηνοθεσία: Γιάννης Δαλιανίδης Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Ηθοποιοί: Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Τόνια Καζιάνη, Νίκος Δαδινόπουλος, Λουίζα Ποδηματά, Λευτέρης Βουρνάς, Καίτη Ιμπροχώρη

Υποθεση:
Ο γιός του ταβερνιάρη Προκόπη Κολαούζου, Γιάννης, γυρίζει από το εξωτερικό όπου σπούδαζε πολιτικές επιστήμες, μαζί με την μνηστή του Ριρή. Η Ριρή προέρχεται από αριστοκρατική οικογένεια και οι γονείς της δύσκολα δέχονται έναν συμπέθερο από τα λαϊκά στρώματα, πόσο μάλλον τώρα που ο Γιάννης σκέφτεται να πολιτευτεί. Για χάρη του γιού του, ο Προκόπης κάνει κάποιους συμβιβασμούς για να μπορεί να σταθεί στην αριστοκρατική κοινωνία.


Για το ραδιόφωνο Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται (1971) Γιάννης Αργύρης, Ηλίας Λογοθέτης, Κική Ρέππα, Κώστας Παπαχρήστου, Ευάγγελος Πρωτοπαπάς, Λούλα Ιωαννίδου, Κώστας Σαντοριναίος, Μαρία Δημητριάδου, Λουκιανός Ροζάν